φέρομαι


φέρομαι
pass. несусь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "φέρομαι" в других словарях:

  • φέρομαι — φέρομαι, φέρθηκα βλ. πίν. 218 Σημειώσεις: φέρνω, φέρνομαι – φέρω, φέρομαι : το φέρω έχει στενότερη σημασία από το φέρνω. Σημαίνει συνήθως → έχω επάνω μου κάτι (ως φυσικό, μόνιμο ή παροδικό στοιχείο) ή έχω ορισμένη υπογραφή, επιγραφή κτλ. Το… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • φέρομαι — φέρω fero pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αληπασαδίζω — φέρομαι ή διοικώ όπως ο Αλή πασάς, δηλαδή αυθαίρετα και σκληρά, είμαι τυραννικός, καταπιεστικός, σκαιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < Αλή πασάς. ΠΑΡ. νεοελλ. αληπασαδισμός] …   Dictionary of Greek

  • μαγκοφέρνω — φέρομαι σαν μάγκας, έχω μάγκικα φερσίματα …   Dictionary of Greek

  • πουτανίζω — φέρομαι ως πόρνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φέρω — ΝΜΑ, και φέρνω Ν, και δωρ. τ. φάρω Α 1. κρατώ ή σηκώνω κάτι πάνω μου, βαστάζω (α. «φέρει έναν βαρύ σάκο στους ώμους του» β. «φέρων άξονας» γ. «χερσὶν εὐθὺς διψίαν φέρει κόνιν», Σοφ. δ. «μέγα ἔργον, ὅ οὐ δύο γ ἄνδρε φέροιεν», Ομ. Ιλ.) 2. έχω (α.… …   Dictionary of Greek

  • παροινώ — έω ΜΑ [πάροινος] φέρομαι βίαια και υβριστικά κατά την οινοποσία (α. «μεθύων ἐπαρῴνει μάλιστα μὲν εἰς αὐτόν, εἶτα καὶ εἰς ἡμᾱς», Δημοσθ.) αρχ. 1. φέρομαι υβριστικά, προσβάλλω, κακομεταχειρίζομαι («οὐ μὴ εὕρης τοὺς ανθρώπους οἳ παροινήσουσιν εἰς… …   Dictionary of Greek

  • καταφέρω — (AM καταφέρω) 1. φέρω κάτι με ορμή εναντίον κάποιου, χτυπώ κάποιον («η αεροπορία κατέφερε ισχυρά πλήγματα στον εχθρό») 2. μέσ. καταφέρομαι εκφράζομαι δυσμενώς εναντίον κάποιου, κατηγορώ με δριμύτητα κάποιον μσν. φέρνω κάποιον σε άσχημη κατάσταση …   Dictionary of Greek

  • προκομίζω — Α [κομίζω] 1. φέρνω μπροστά, προσάγω 2. παθ. προκομίζομαι α) φέρομαι, οδηγούμαι σε ένα μέρος και κυρίως σε ασφαλή τόπο β) φέρομαι επάνω στους ώμους («νεκρόν τι... παιδίον ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἐπὶ δελφῑνος... προκομισθήναι», Λουκ.). γ) φέρομαι σε πομπή …   Dictionary of Greek

  • αντιφέρω — ἀντιφέρω (Α) 1. αντιτάσσω 2. ( ομαι) α) φέρομαι εναντίον κάποιου, επιτίθεμαι, εναντιώνομαι 6) φέρομαι προς κατεύθυνση αντίθετη …   Dictionary of Greek

  • ενασελγαίνω — ἐνασελγαίνω (AM) αρχ. 1. φέρομαι ακόλαστα, ασελγώ σε κάτι 2. καθυβρίζομαι, διακωμωδούμαι μσν. φέρομαι αισχρά …   Dictionary of Greek